AREOsPOLIs Extra Virgin Olive Oil Mani

Αντιοξειδωτικά

Υγεία & Ελαιόλαδο

Η επιστήμη πίσω από την ευεργετική δράση του εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου.

Οξειδωτικό Στρες

Το οξειδωτικό στρες αναγνωρίζεται πλέον ως σημαντικός παράγοντας πρόκλησης σοβαρών και μακροχρόνιων ασθενειών, όπως ο καρκίνος, νευρολογικές, καρδιαγγειακές και αναπνευστικές παθήσεις.

Οι σύγχρονοι ρυθμοί ζωής εκθέτουν τους ζώντες οργανισμούς σε προβλήματα υγείας.

Αιτίες Οξειδωτικού Στρες

Τρόπος Ζωής

  • Κάπνισμα & Αλκοόλ: Η κατανάλωση αλκοόλ και ο καπνός του τσιγάρου εισάγουν τοξίνες που παράγουν ελεύθερες ρίζες.
  • Κακή Διατροφή: Δίαιτες υψηλές σε ζάχαρη, λίπη και επεξεργασμένα τρόφιμα.
  • Στρες & Ύπνος: Το ψυχολογικό άγχος και η έλλειψη ύπνου.
  • Έντονη Άσκηση: Η υπερβολική σωματική κόπωση χωρίς επαρκή αποκατάσταση.

Περιβαλλοντικοί Παράγοντες

  • Ρύπανση: Ατμοσφαιρική ρύπανση και όζον, πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες (Bouayed & Bohn, 2010).
  • Ακτινοβολία: Έκθεση σε υπεριώδη (UV) ακτινοβολία.
  • Χημικά: Φυτοφάρμακα, βιομηχανικές χημικές ουσίες.

Εσωτερικοί Παράγοντες (Υγεία)

  • Χρόνιες Φλεγμονές & Ασθένειες: Διαβήτης, καρδιαγγειακά νοσήματα, παχυσαρκία.
  • Ορμονικές ανισορροπίες.

Γήρανση

  • μείωση της αντιοξειδωτικής ικανότητας μετά τα 40.

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω ενισχύεται η παραγωγή των ελευθέρων ριζών οξυγόνου στο σώμα

Η υπερβολική παραγωγή ελεύθερων ριζών που υπερβαίνει τα αντιοξειδωτικά συστήματα του οργανισμού προκαλεί βλάβες στο DNA, τα λιπίδια και τις πρωτεΐνες.

Οι αντιοξειδωτικές ουσίες καθυστερούν ή αποτρέπουν την οξειδωτική βλάβη που προκαλείται από τις ελεύθερες ρίζες οξυγόνου και συμβάλλουν στη διατήρηση της καλής υγείας του ανθρώπου. Επομένως το οξειδωτικό στρες προκαλείται από ανισορροπία μεταξύ ελεύθερων ριζών και αντιοξειδωτικών, οδηγώντας σε κυτταρική βλάβη.

Πολυφαινόλες

Οι πολυφαινόλες είναι μια μεγάλη ομάδα φυτοχημικών ενώσεων που παράγονται φυσικά από τα φυτά για την προστασία τους από το οξειδωτικό στρες και τα μικρόβια και θεωρούνται ζωτικής σημασίας και για τον άνθρωπο.

Κύριες Πολυφαινόλες Ελαιολάδου

Ελαιοευρωπαΐνη (Oleuropein)

Χημικός τύπος: C₂₅H₃₂O₁₃
Έρευνες αποδεικνύουν ότι η ελευρωπαΐνη έχει αντιφλεγμονώδεις, καρδιοπροστατευτικές και αντιμικροβιακές ιδιότητες (Omar et al.,2010).
Υπεύθυνη για την πικρή γεύση του ελαιολαδου.

Ελαιοκανθάλη (Oleocanthal)

Χημικός τύπος: C₁₇H₂₀O₅
Διαθέτει εξαιρετικές αντιφλεγμονώδεις ιδιόυητες παρόμοιες με την ιβουπροφαίνη (Dr.Απόστολος Κυριτσακης 2007), αντιοξειδωτικές, νευροπροστατευτικές ιδιότητες, συμβάλλοντας στην καρδιαγγειακή υγεία και τη μακροζωία.

Η χαμηλού βαθμού, χρόνια φλεγμονή σχετίζεται με καρδιοαγγειακά νοσήματα, σακχαρώδη διαβήτη, ορισμένους τύπους καρκίνου αλλά και νευροεκφυλιστικές διαταραχές.
Στη νόσο του Αλτσχάιμερ, η ελαιοκανθάλη μείωσε τη φλεγμονή των αστροκυττάρων και προώθησε την απομάκρυνση των πρωτεϊνών β-αμυλοειδούς, υποστηρίζοντας τον νευροπροστατευτικό της ρόλο.
Η τακτική κατανάλωση έξτρα παρθένου ελαιόλαδου που είναι πλούσιο σε ελαιοκανθάλη, μπορεί να συμβάλει στη μείωση της φλεγμονής. Μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο εμφάνισης ασθενειών.
Η ελαιοκανθάλη είναι η ουσία στο ελαιόλαδο που δίνει την πικάντικη γεύση και την αίσθηση καψίματος στον λαιμό.

Υδροξυτυροσόλη (Hydroxytyrosol)

Χημικός τύπος: C₈H₁₀O₃
Παράγεται μετά από την υδρόληση της ελευρωπαΐνης.
Εξαιρετικά ισχυρός αντιοξειδωτικός και νευροπροστατευτικός παράγοντας.

Τυροσόλη (Tyrosol)

Χημικός τύπος: C₈H₁₀O₂
Παρόμοια δομή με την υδροξυτυροσόλη. «Η τυροσόλη παρουσιάζει και αυτή αντιοξειδωτική δράση και μπορεί να συμβάλλει στη μείωση της οξείδωσης της LDL, μια διαδικασία που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της αθηροσκλήρωσης.» Συμβάλοντας στην καρδιοπροστασία ((Ziółkiewicz et al., 2023).

Ελαιασίνη (Oleacin)

Χημικός τύπος: C₁₇H₂₂O₆
Αντιοξειδωτική και κυτταροπροστατευτική δράση, που συμβάλλει στη μείωση της οξείδωσης των λιπιδίων και της LDL χοληστερόλης.

Η ελαιασίνη έχει αξιοσημείωτες ανοσορυθμιστικές και νευροπροστατευτικές επιδράσεις (Castejón et al., 2020).

Συμβάλλει στη χαρακτηριστική πικρή γεύση του ελαιολάδου.

 Κατά τη διάρκεια του φυσιολογικού μεταβολισμού τα κύτταρα παράγουν αντιδραστικά μόρια, τις  λεγόμενες ελεύθερες ρίζες.  Οι ελεύθερες ρίζες, όταν υπάρχουν σε υπερβολική ποσότητα, μπορούν να οδηγήσουν σε οξειδωτικό στρες, το οποίο συνδέεται με τη γήρανση και την εμφάνιση χρόνιων ασθενειών.

 Οι πολυφαινόλες μπορούν να βοηθήσουν στην εξουδετέρωση αυτών των αντιδραστικών μορίων και επίσης να υποστηρίξουν τις αντιοξειδωτικές άμυνες του οργανισμού. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι πολλές πολυφαινόλες  επηρεάζουν τις κυτταρικές οδούς σηματοδότησης που ρυθμίζουν τη φλεγμονή και το μεταβολισμό, εκτός από το <<μπλοκάρισμα>> των ελεύθερων ριζών (Upadhyay and Dixit, 2015).

Είναι ισχυρά αντιοξειδωτικά φυτικά συστατικά που δρουν ευεργετικά στο έντερο, καθώς δεν απορροφώνται πλήρως στο λεπτό έντερο, αλλά φτάνουν στο παχύ έντερο, όπου μεταβολίζονται από τη μικροχλωρίδα. (Kawabata et al., 2019).  Έχουν  πρεβιοτική δράση, γιατί επηρεάζουν θετικά τη μικροβιακή χλωρίδα     του εντέρου  ενισχύοντας τα καλά βακτήρια, μειώνοντας τις φλεγμονές. 

Μια διατροφή πλούσια σε πολυφαινόλες, όπως η μεσογειακή διατροφή, συνδέεται με υγιέστερη αρτηριακή πίεση και λειτουργία των αιμοφόρων αγγείων (Grosso et al., 2022). Οι πολυφαινόλες μπορεί να υποστηρίζουν το ενδοθήλιο (το εσωτερικό τοίχωμα των αιμοφόρων αγγείων), βοηθώντας τα αγγεία να χαλαρώσουν και να διατηρήσουν την κανονική κυκλοφορία.

Ορισμένες πολυφαινόλες μπορεί επίσης να συμβάλλουν σε πιο υγιή επίπεδα χοληστερόλης, μειώνοντας την οξείδωση των σωματιδίων LDL, μια διαδικασία που εμπλέκεται στην ανάπτυξη της αθηροσκλήρωσης (Ziółkiewicz et al., 2023)

Δεν έχουν όλα τα ελαιόλαδα την ίδια περιεκτικότητα σε πολυφαινόλες.

Στο εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο, τα επίπεδα των φαινολών εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από

Οι πολυφαινόλες μπορούν να συμβάλλουν στην υποστήριξη διάφορων βιολογικών διεργασιών του οργανισμού που συνδέονται με τη μακροπρόθεσμη ευεξία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι πολυφαινόλες αντικαθιστούν την ιατρική αγωγή, αλλά μπορούν να αποτελέσουν μέρος μιας διατροφικής στρατηγικής που υποστηρίζει μια ισορροπημένη ανοσολογική απόκριση.

Σύμφωνα με τον κανονισμό (E.E.) 432/2012 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δίνεται η δυνατότητα στα ελαιόλαδα με υψηλή φαινολική περιεκτικότητα, να φέρουν τον εξής ισχυρισμό υγείας:

”Οι πολυφαινόλες ελαιολάδου συμβάλλουν στην προστασία των λιπιδίων του αίματος από το οξειδωτικό στρες”.

 Με την διάκριση αυτή, αναδύεται μια νέα κατηγορία σούπερ ελαιολάδου, που, από προϊόν διατροφής, μετατρέπεται σε ένα λειτουργικό τρόφιμο με υγειοπροστατευτικές ιδιότητες.

Τέτοιο είναι το ελαιόλαδό μας.

Ο ισχυρισμός επιτρέπεται, εφόσον τα ελαιόλαδα, περιέχουν τουλάχιστον 5mg υδροξυτυροσόλης και παραγώγων της (π.χ. σύμπλεγμα ελαιοευρωπαινης και τυροσόλης) ανά 20g ελαιολάδου. Τα ευεργετικά αποτελέσματα προκύπτουν όταν ο καταναλωτής, προσλαμβάνει καθημερινά τουλάχιστον 20g ελαιόλαδου σε ένα γενικότερα ισορροπημένο και υγιεινό τρόπο ζωής και διατροφής.

O καλύτερος τρόπος για την αύξηση της πρόσληψης των πολυφαινολών δεν είναι μέσω συμπληρωμάτων, αλλά μέσω μιας ποικίλης και ισορροπημένης διατροφής, η οποία θα περιλαμβάνει ελαιόλαδο,  πλούσιο σε πολυφαινόλες.

Συνοψίζοντας, οι πολυφαινόλες συμβάλλουν στην υγεία μέσω της αντιοξειδωτικής και αντιφλεγμονώδους δράσης τους, της υποστήριξης της αγγειακής λειτουργίας και των ευεργετικών επιδράσεων στο μικροβίωμα του εντέρου — μηχανισμοί που συνάδουν με τον χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης πολλών χρόνιων ασθενειών όταν καταναλώνονται ως μέρος μιας ισορροπημένης διατροφής.

Βιταμίνη Ε

Η βιταμίνη Ε αποτελεί μία οικογένεια οκτώ λιποδιαλυτών ενώσεων, που περιλαμβάνει τέσσερις τοκοφερόλες (α-, β-, γ- και δ-) και τέσσερις τοκοτριενόλες (α-, β-, γ- και δ-). Όλες οι ενώσεις μοιράζονται έναν κοινό δομικό πυρήνα, τον δακτύλιο χρωμανόλης, ο οποίος φέρει υδροξυλομάδα υπεύθυνη για την αντιοξειδωτική τους δράση, καθώς και μία πλευρική ισοπρενοειδή αλυσίδα που διαφοροποιεί τις επιμέρους μορφές.
Από βιολογικής πλευράς, η α-τοκοφερόλη θεωρείται η πλέον σημαντική μορφή για τον άνθρωπο, καθώς αναγνωρίζεται εκλεκτικά από την ηπατική πρωτεΐνη μεταφοράς α-τοκοφερόλης (α-TTP). Ο μηχανισμός αυτός οδηγεί στη διατήρηση της α-τοκοφερόλης στην κυκλοφορία και στους περιφερικούς ιστούς, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες μορφές, όπως η γ- και η δ-τοκοφερόλη, οι οποίες μεταβολίζονται ταχύτερα στο ήπαρ.

Κύρια οφέλη της βιταμίνης Ε

Αντιοξειδωτική προστασία και οξειδωτικό στρες

Η βιταμίνη Ε αποτελεί το κατεξοχήν λιποδιαλυτό αντιοξειδωτικό των κυτταρικών μεμβρανών. Προστατεύει τα πολυακόρεστα λιπαρά οξέα των φωσφολιπιδίων από την οξειδωτική καταστροφή που προκαλούν οι ελεύθερες ρίζες και περιορίζει τον σχηματισμό δευτερογενών προϊόντων λιπιδικής υπεροξείδωσης. Με τον τρόπο αυτό συμβάλλει στη μείωση του συνολικού οξειδωτικού στρες, το οποίο εμπλέκεται στη γήρανση και στην παθογένεση χρόνιων εκφυλιστικών νοσημάτων (Kilicarslan You et al., 2024).

Ανοσολογική λειτουργία

Η βιταμίνη Ε υποστηρίζει τη φυσιολογική λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, ενισχύοντας την κυτταρική ανοσία και τη λειτουργικότητα των Τ-λεμφοκυττάρων. Η δράση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική σε ηλικιωμένους ενήλικες, όπου παρατηρείται αυξημένο οξειδωτικό φορτίο και μειωμένη ανοσολογική απόκριση, συμβάλλοντας έτσι στην καλύτερη άμυνα έναντι λοιμώξεων (Müller & Di Benedetto, 2025).

Υγεία του δέρματος

Σε επίπεδο δέρματος, η βιταμίνη Ε προστατεύει τα επιδερμικά και δερματικά κύτταρα από τις βλάβες της υπεριώδους ακτινοβολίας, υποστηρίζει τη διαδικασία επούλωσης τραυμάτων και συμβάλλει στη διατήρηση της ενυδάτωσης και της ακεραιότητας των κυτταρικών μεμβρανών. Προάγει την ανάπλαση του δέρματος, καταπολεμώντας την ξηρότητα, τις ρυτίδες και την πρόωρη γήρανση. Η ιδιότητα αυτή εξηγεί τη συχνή χρήση της σε δερματολογικά και καλλυντικά σκευάσματα (Al Abadie et al., 2024).

Καρδιαγγειακή υγεία

Η βιταμίνη Ε συμβάλλει στην προστασία του καρδιαγγειακού συστήματος κυρίως μέσω της αναστολής της οξείδωσης της LDL χοληστερόλης, ενός κρίσιμου σταδίου στην αθηρογένεση (Keaney et al., 1999; Devaraj & Traber, 2003). Παράλληλα, βελτιώνει την ενδοθηλιακή λειτουργία, μειώνει τη συσσωμάτωση αιμοπεταλίων και περιορίζει τη φλεγμονώδη ενεργοποίηση του αγγειακού τοιχώματος, μειώνοντας δυνητικά τον κίνδυνο ανάπτυξης αθηρωματικής πλάκας (Stephens et al., 1996; da Silva et al., 2024).

Μεγάλες επιδημιολογικές μελέτες έχουν καταδείξει αντίστροφη συσχέτιση μεταξύ πρόσληψης βιταμίνης Ε και στεφανιαίας θνησιμότητας. Η μελέτη των Kushi et al. (1996) σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, καθώς και η προοπτική μελέτη των Knekt et al. (1994) σε γενικό πληθυσμό, ανέδειξαν χαμηλότερα ποσοστά στεφανιαίας νόσου σε άτομα με υψηλότερη διατροφική πρόσληψη βιταμίνης Ε. Παρόμοια ευρήματα αναφέρθηκαν και σε μεταγενέστερη μελέτη κοορτής, όπου η υψηλότερη πρόσληψη λιποδιαλυτών βιταμινών, συμπεριλαμβανομένης της βιταμίνης Ε, συσχετίστηκε με μειωμένη θνησιμότητα από καρδιακή ανεπάρκεια (Eshak et al., 2018).

Υγεία των οφθαλμών

Η βιταμίνη Ε προστατεύει τους ιστούς του οφθαλμού από το οξειδωτικό στρες, ιδιαίτερα τα λιπίδια των φωτοϋποδοχέων. Σε συνδυασμό με άλλα αντιοξειδωτικά, έχει συσχετιστεί με μειωμένο κίνδυνο ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς κηλίδας (Kushwah et al., 2023).

Νευρικό σύστημα

Η βιταμίνη Ε είναι απαραίτητη για τη φυσιολογική λειτουργία του νευρικού συστήματος, καθώς προστατεύει τη μυελίνη και τις νευρικές μεμβράνες από οξειδωτική βλάβη. Η ανεπάρκειά της έχει συσχετιστεί με νευρολογικές διαταραχές, περιφερική νευροπάθεια και μυϊκή αδυναμία (da Cunha Germano et al., 2023).

 

Η βιταμίνη Ε στο ελαιόλαδο και η έννοια της λιπιδικής συνέργειας

Στο ελαιόλαδο, η βιταμίνη Ε προσλαμβάνεται φυσικά, κυρίως ως α-τοκοφερόλη, ενσωματωμένη σε μία σταθερή λιπιδική μήτρα.

Το ελαιόλαδό μας παρουσιάζει φυσικά υψηλή περιεκτικότητα σε βιταμίνη Ε (215-251,5 mg/kg, ανάλογα με τη χρονιά παραγωγής), προερχόμενη αποκλειστικά από τον ελαιόκαρπο.

Η α-τοκοφερόλη δρα συνεργικά με το ελαϊκό οξύ και τις φυσικές πολυφαινόλες, ενισχύοντας τόσο τη σταθερότητα του ελαιολάδου όσο και τη βιολογική του αξία.

 Η  συνέργεια αυτή διαφοροποιεί ποιοτικά τη δράση της βιταμίνης Ε όταν προσλαμβάνεται μέσω του ελαιολάδου, σε σύγκριση με την απομονωμένη συμπληρωματική χορήγηση.

Διατροφική πρόσληψη και θεσμική αναγνώριση

Δύο κουταλιές της σούπας (≈20 ml) από το ελαιόλαδό μας καλύπτουν περίπου το 50% της ημερήσιας συνιστώμενης πρόσληψης βιταμίνης Ε (NRV: 12 mg). Η πρόσληψη αυτή είναι ασφαλής, φυσιολογική και ενταγμένη σε παραδοσιακό διατροφικό πρότυπο.

Η EFSA (Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των τροφίμων) αναγνωρίζει επίσημα ότι «η βιταμίνη Ε συμβάλλει στην προστασία των κυττάρων από το οξειδωτικό στρες», ισχυρισμός που ισχύει για τρόφιμα που αποτελούν πηγή βιταμίνης Ε, όπως το ελαιόλαδο. Το συγκεκριμένο όφελος αφορά ιδίως ελαιόλαδα με υψηλή φυσική περιεκτικότητα σε βιταμίνη Ε, αποτέλεσμα προσεκτικής επιλογής πρώτης ύλης και ήπιων μεθόδων παραγωγής.

 Συνοψίζοντας, η βιταμίνη Ε αποτελεί βασικό διατροφικό παράγοντα με πολυεπίπεδη βιολογική δράση. Αν και τα δεδομένα από τη χορήγησή της, μέσω συμπληρωμάτων παραμένουν αντικρουόμενα, η φυσική της πρόσληψη μέσω ελαιολάδου υψηλής ποιότητας αναδεικνύεται ως ποιοτικά ανώτερη, λόγω της λιπιδικής και φαινολικής συνέργειας. Στο πλαίσιο της μεσογειακής διατροφής, το ελαιόλαδό μας, χάρη στην αυξημένη περιεκτικότητά του σε βιταμίνη Ε, αναδεικνύεται ως εξαιρετικός και φυσικός φορέας του συγκεκριμένου αντιοξειδωτικού.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1 .Bouayed J. and Bohn T. (2010). Exogenous antioxidants—Double-edged swords in cellular redox state: Health beneficial effects at physiologic doses versus deleterious effects at high doses, Oxid Med Cell Longev., 3, 228-37.

  1. Ziółkiewicz, A., Kasprzak-Drozd, K., Rusinek, R., Markut-Miotła, E., & Oniszczuk, A. (2023). The influence of polyphenols on atherosclerosis development. International journal of molecular sciences24(8), 7146.
  2. Omar, S. H. (2010). Cardioprotective and neuroprotective roles of oleuropein in olive. Saudi Pharmaceutical Journal18(3), 111-121.
  3. Dr. Απόστολος Κυριτσάκης (2007) Ελαιόλαδο. Συμβατικό και Βιολογικό.
  4. Castejón, M. L., Montoya, T., Alarcón-de-la-Lastra, C., & Sánchez-Hidalgo, M. (2020). Potential protective role exerted by secoiridoids from Olea europaea L. in cancer, cardiovascular, neurodegenerative, aging-related, and immunoinflammatory diseases. Antioxidants9(2), 149.
  5. Upadhyay, S., & Dixit, M. (2015). Role of polyphenols and other phytochemicals on molecular signaling. Oxidative medicine and cellular longevity2015(1), 504253.
  6. Kawabata, K., Yoshioka, Y., & Terao, J. (2019). Role of intestinal microbiota in the bioavailability and physiological functions of dietary polyphenols. Molecules24(2), 370

8 .Grosso, G., Godos, J., Currenti, W., Micek, A., Falzone, L., Libra, M., Giampieri, F., Forbes-Hernández, T. Y., Quiles, J. L., Battino, M., La Vignera, S., & Galvano, F. (2022). The effect of dietary polyphenols on vascular health and hypertension: current evidence and mechanisms of action. Nutrients14(3), 545

  1. Borges, T. H., Serna, A., López, L. C., Lara, L., Nieto, R., & Seiquer, I. (2019). Composition and antioxidant properties of Spanish extra virgin olive oil regarding cultivar, harvest year and crop stage. Antioxidants8(7), 217.
  2. Samaniego-Sánchez, C., Quesada-Granados, J. J., de la Serrana, H. L. G., & López-Martínez, M. C. (2010). β-Carotene, squalene and waxes determined by chromatographic method in picual extra virgin olive oil obtained by a new cold extraction system. Journal of food composition and analysis23(7), 671-676

11.Kilicarslan You, D., Fuwad, A., Lee, K. H., Kim, H. K., Kang, L., Kim, S. M., & Jeon, T. J. (2024). Evaluation of the protective role of vitamin E against ROS-driven lipid oxidation in model cell membranes. Antioxidants, 13(9), 1135.

12.Müller, L., & Di Benedetto, S. (2025). Immunosenescence and inflammaging: Mechanisms and modulation through diet and lifestyle. Frontiers in Immunology, 16, 1708280

13.Al Abadie, M., Mahfoudh, M., & Al-Rawi, A. H. (2024). Topical Vitamin E in Modern Skin Therapy: A Comprehensive Review. Int. J. Clin. Exp. Dermatol, 9, 01-08.

  1. Keaney Jr, J. F., Simon, D. I., & Freedman, J. E. (1999). Vitamin E and vascular homeostasis: implications for atherosclerosis. The FASEB journal, 13(9), 965-975.
  2. Devaraj, S., & Traber, M. G. (2003). γ-Tocopherol, the new vitamin E?. The American journal of clinical nutrition, 77(3), 530-531.
  3. Stephens, N. G., Parsons, A., Brown, M. J., Schofield, P. M., Kelly, F., Cheeseman, K., & Mitchinson, M. J. (1996). Randomised controlled trial of vitamin E in patients with coronary disease: Cambridge Heart Antioxidant Study (CHAOS). The Lancet, 347(9004), 781-786.
  4. da Silva, A. G. C. L., da Silva Ribeiro, K. D., de Araujo, G. E. A., da Silva Oliveira, L., & de Oliveira Lyra, C. (2024). Vitamin E and cardiovascular diseases: an interest to public health?. Nutrition Research Reviews, 37(1), 131-140.
  5. Kushi, L. H., Folsom, A. R., Prineas, R. J., Mink, P. J., Wu, Y., & Bostick, R. M. (1996). Dietary antioxidant vitamins and death from coronary heart disease in postmenopausal women. New England Journal of Medicine, 334(18), 1156-1162.
  6. Knekt P et al. Am J Epidemiol. 1994;139:1180–1189.
  7. Eshak, E. S., Iso, H., Yamagishi, K., Cui, R., & Tamakoshi, A. (2018). Dietary intakes of fat soluble vitamins as predictors of mortality from heart failure in a large prospective cohort study. Nutrition, 47, 50-55.
  8. Kushwah, N., Bora, K., Maurya, M., Pavlovich, M. C., & Chen, J. (2023). Oxidative stress and antioxidants in age-related macular degeneration. Antioxidants, 12(7), 1379.
  9. da Cunha Germano, B. C., de Morais, L. C. C., Idalina Neta, F., Fernandes, A. C. L., Pinheiro, F. I., do Rego, A. C. M., Filho, I. A., de Azevedo, E. P., de Paira Cavalcanti, J. R. L., Guzen, F. P., & Cobucci, R. N. (2023). Vitamin E and its molecular effects in experimental models of neurodegenerative diseases. International journal of molecular sciences, 24(13), 11191